Η Αρετή της Ευσέβειας

Από το βιβλίο του Βλάση Ρασσιά, "ΑΡΕΤΗ Το Αξιακό Σύστημα των Ελλήνων".

Ως λέξη, η "Ευσέβεια" (ή "Ευσεβία" ιωνιστί) συντίθεται από το προθεματικό μόριο "ευ" και το ρήμα "σέβω", το οποίο σημαίνει λατρεύω, τιμώ, σέβομαι. "Ευσεβέω" σημαίνει ζω ή φέρομαι ευσεβώς. Παράγωγα είναι το επίθετο "ευσεβής" (επί ανθρώπων ο συνεπής προς ιερά καθήκοντα και επί πράξεων και πραγμάτων το αγιασμένο λ.χ. "ευσεβές χρηστήριον", Ευριπίδης, "Ηλέκτρα" 1272), το ουσιαστικό "ευσέβημα", η ευσεβής δηλαδή πράξη, καθώς και ο όρος "ευσεβόφρων", δηλαδή ο έχων ευσεβές φρόνημα.

Το αντίθετο της "Ευσεβείας" εκφράζεται από τον όρο "Ασέβεια", ο οποίος περιγράφει την κατάσταση του ενεργούντος ή σκεπτομένου με βέβηλο ή αισχρό τρόπο, δηλαδή του "αθέου" με την αρχαιοελληνική έννοια. Συναντάται ενίοτε και ο όρος "Δυσσέβεια", ο οποίος όμως από το προθεματικό μόριο "δυσ-" είναι μάλλον ποιοτικός και δεν δείχνει πλήρη έλλειψη σεβασμού ή βεβηλότητα. Για τους εφευρέτες του "Πολιτικού Ανθρώπου" Έλληνες, η "Ασέβεια" αντιμετωπίζεται πολλάκις και ως πολιτικό έγκλημα, αφού η "Ευσέβεια" και μόνον αυτή καθοδηγεί σωστά τον άνθρωπο στα πολιτικά του καθήκοντα.

Το παραπάνω ισχύει επειδή, κατ' επέκταση του σεβασμού προς τους Θεούς, η "Ευσέβεια" αφορά και τον δέοντα σεβασμό σε πρόσωπα και θεσμούς που προστατεύονται από τους Θεούς, όπως λ.χ. γονείς, γέροντες, αρχηγούς της πόλεως, πολιτικούς θεσμούς. "Ευσέβεια" είναι η Αρετή της καλής συναισθήσεως των υποχρεώσεων του ανθρώπου και της συλλογικότητος στην οποία οργανικώς ανήκει (οίκος, γένος, πόλις, έθνος) και, όπως ορθώς έγραψε ο Γάλλος φιλόλογος και ανθρωπολόγος Λουΐ Ζερνέ (Louis Gernet, 1882 - 1962, συγγραφέας των "Οι Έλληνες χωρίς θαύμα", ĞLes Grecs sans miracleğ και "Η ελληνική μεγαλοφυϊα στην Θρησκεία", "Le genie grec dans la religion", το δεύτερο μαζί με τον Andre Boulanger), "η πόλις θεωρεί τον εαυτό της μια ζωντανή και συγκεκριμένη ύπαρξη, την οποία βεβαίως προστατεύουν οι Θεοί και δεν την εγκαταλείπουν, εάν εκείνη πρώτη δεν εγκαταλείψει τον εαυτό της".

"Ευσέβεια" είναι εν γένει η δυνατότης κάποιου στον έμπρακτο σεβασμό, να μπορεί ν' αναγνωρίζει δηλαδή κάτι ως σεβαστέο και να μπορεί να του αποδίδει σεβασμό. "Ευσέβεια" είναι δηλαδή η Αρετή του σεβαστικού και του αφοσιωμένου, μία αρετή που τιμούσαν ιδιαίτατα οι Σπαρτιάτες μαζί με την "Σωφροσύνη" (θα συμφωνήσει αργότερα και ο ποιητής Πίνδαρος, ο οποίος θα χαιρετίσει την "Ευσέβεια" ως μητέρα Αρετή της "Σωφροσύνης").

....

Αντίθετα από τους θρησκόληπτους που αντιλαμβάνονταν την "Ευσέβεια" ως προσευχομανία και καταιγισμό προσφορών για να καμφθεί η θεότης προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα τού προσευχομένου και προσφέροντος (μία αντίληψη που δυστυχώς αργότερα επέβαλαν ως κυρίαρχη σε ένα τεράστιο τμήμα της ανθρωπότητος οι χριστιανοί), η σωκρατική ουσία της "Ευσεβείας" βρίσκεται στην προθυμία να εξυπηρετηθεί το θείο θέλημα. Επειδή λοιπόν το θείο θέλημα είναι η πραγμάτωση της Δικαιοσύνης, η "Ευσέβεια" αποτελεί μία ειδικότερη πλευρά της Αρετής της "Δικαιοσύνης": "ΜΟΡΙΟΝ ΓΑΡ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟ ΟΣΙΟΝ" ("Ευθύφρων", 12 d).

Ο μαθητής του Σωκράτους Ξενοφών, στα "Απομνημονεύματα" που έχει αφιερώσει στον διδάσκαλό του, διασώζει ότι ο Σωκράτης κήρυσσε ότι τα τρία σπουδαιότερα καθήκοντα τού ανθρώπου είναι

1. η ευγνωμοσύνη προς τους γονείς,

2. η φιλότης προς τα αδέλφια, και

3. η εμπιστοσύνη προς τους φίλους,

ενώ θεμέλιο όλων των επιμέρους Αρετών είναι η προς τους Θεούς "Ευσέβεια".

...

Κατά τον Πλάτωνα και τον επίσης ακαδημεικό Σπεύσιππο, η "Ευσέβεια", και εδώ σε επίπεδο λατρευτικό, ορίζεται τετραπλά ως δικαιοσύνη στα σχετικά με τους Θεούς, ως δύναμη που οδηγεί στο να τιμηθούν οι Θεοί, ως ορθή αντίληψη για την απόδοση τιμής στους Θεούς και, τέλος, ως ασφαλής γνώση της οφειλομένης προς τους Θεούς τιμής ("ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥΣ. ΔΥΝΑΜΙΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΘΕΩΝ ΕΚΟΥΣΙΟΣ. ΠΕΡΙ ΘΕΩΝ ΤΙΜΗΣ ΥΠΟΛΗΨΙΣ ΟΡΘΗ. ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙ ΘΕΩΝ ΤΙΜΗΣ").

...

Κατά τον Επίκουρο, η πραγματική "Ευσέβεια" συνίσταται στο να μην αποδίδουμε στους Θεούς ιδιότητες ασυμβίβαστες προς την μακαρία Φύση τους, όπως λ.χ. πρόνοια, φροντίδα για τα θνητά πράγματα και τιμωρία κακών ή αμοιβή καλών ανθρώπων. Καθώς αυτοί χαρακτηρίζονται "υπό μακαριότητος, αφθαρσίας και αιθερικού σώματος", αυτές είναι οι μόνες ιδιότητες που δικαιούμαστε να τους αποδίδουμε ("ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΑ ΔΟΞΑΖΕΙΝ ΠΕΡΙ ΘΕΩΝ "), δίχως να γινόμαστε ασεβείς.

Ως κύρια αρετή χαιρετίστηκε η "Ευσέβεια" και από τον ποιητή Πίνδαρο, κατά τον οποίο είναι αδιανόητη η ηθική αρτιότης δίχως οσιότητα και θεοσέβεια: ο ευσεβής άνθρωπος στρέφει πάντοτε το βλέμμα του προς το Θείο και προς τον Αιώνιο Νόμο, κατευθυνόμενος έτσι με ασφάλεια μακριά από την πλάνη. Σε αυτό το σχήμα του Πινδάρου, η "Ευσέβεια" είναι η μητέρα Αρετή της "Σωφροσύνης".

...

Στους Ρωμαίους, αντίθετο της "Pietas" είναι η "Δεισιδαιμονία" ("Superstitio", όρος που, τουλάχιστον σύμφωνα με ό,τι έχει διασωθεί από την εθνική Γραμματεία, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Κικέρωνα). "Superstitio" είναι είτε η εγωϊστική απόπειρα επαφής με τους Θεούς που βάζει τον μεμονωμένο άνθρωπο πάνω από την πολιτεία και τις ανάγκες του συνόλου, είτε η θρησκευτικότητα που εκπηγάζει από παράλογους φόβους ("De Natura Deorum" I.117 και II.72). Ο Στοβαίος (2.7.5) διασώζει ότι κατά τον στωϊκό Άριο Δίδυμο (Arius Didymus) η Ευσέβεια συνοψίζεται στην ορθή στάση απέναντι στους Θεούς, μακριά τόσο από την Αθεϊα όσο και από την Δεισιδαιμονία, κυρίως δε μακριά από την φοβική αντίληψη για την θεότητα.
Ο επίσης στωϊκός εστεμμένος φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος όρισε τον 2ο αιώνα, με νόμο του, την ποινή της εξορίας για όλους όσους "τρομοκρατούν τους αδύναμους στο πνεύμα ανθρώπους, με δεισιδαιμονικό φόβο για κάποια θεότητα". Για τους εθνικούς της μεταχριστιανικής αρχαιότητος "η Δεισιδαιμονία παραλληλιζόταν με μολυσματική ασθένεια, μία tabum (επιδημία) που μόλυνε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Εξαιτίας της μεταδοτικότητός της αποτελούσε μάλιστα έναν πραγματικό κίνδυνο για ολόκληρη την ανθρωπότητα" (L. F. Janssen, στο "Superstitio and the Persecution of the Christians", στην επιθεώρηση "Vigiliae Christianae", τεύχος 33, 1979).

Επιστρέφοντας στους Έλληνες προτού γυρίσουμε ξανά στους Ρωμαίους, θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ την υπογράμμιση των Louise Bruit Zaidman και Pauline Schmitt Pantel ("Η Θρησκεία στις ελληνικές πόλεις της κλασικής εποχής", Αθήνα, εκδόσεις "Πατάκη", 2002) ότι: "στην Ελληνική Θρησκεία δεν υπάρχει εμμονή στις τελετουργίες ή παθολογικός φόβος των Θεών. Η καθημερινή έκφραση της Ευσεβείας δεν μαρτυρεί μία προσωπική σχέση με τους Θεούς, ούτε (πλην των Ορφικών) μία εσωτερική ανάγκη μετασχηματισμού ή εξομοίωσης με αυτούς, ούτε κάποια δουλική τήρηση τελετουργικών τυπικών. Το να είναι κάποιος ευσεβής, σημαίνει αντίθετα να συμμετέχει και να πιστεύει στην αποτελεσματικότητα ενός λατρευτικού συστήματος που έχει θεσπίσει η πόλη για να καθορίζει με σαφήνεια τις σχέσεις ανθρώπων και Θεών".

....

Μη έχοντας τίποτε να "πειράξουν" στην "παγανιστική" αρετή της "Ευσεβείας", οι χριστιανοί, που δικαιολογημένα αντιμετωπίσθησαν από τους Ρωμαίους ως οι κατεξοχήν βουτηγμένοι στην "Superstitio" και την "Ασέβεια" (η οποία, όπως αναφέραμε στην αρχή, ήδη από την εποχή των Ελλήνων αποτελούσε πολιτικό έγκλημα), εφηύραν, όταν επεκράτησαν, έναν υποτιθέμενο κανόνα ορθότητος, ισχυρισθέντες ότι δήθεν η "πραγματική" (και φυσικά εννοούν μόνον την "εν Χριστώ" δική τους) "Ευσέβεια", συνδυάζεται με... "πίστη, αγάπη και ελπίδα". Για από πλευράς τους αναγνώριση "ευσέβειας" στους εθνικούς, ούτε να το συζητάμε βεβαίως, αφού κατ' αυτούς "οmnes dii gentium, daemonia" ("όλοι οι Θεοί των εθνών είναι δαιμόνια").